Ταξίδια του νου και της ψυχής σ' έναν μαγικό κόσμο που λέγεται ζωή. ()

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Η Αράχνη

Ζούσε κάποτε σε μια πόλη της Ιωνίας, τον Κολοφώνα, ένας ονομαστός για την τέχνη του βαφέας, που τον έλεγαν Ίδμονα. Ο Ίδμονας είχε μια κόρη, την Αράχνη, που ήταν, με τη σειρά της, περίφημη υφάντρα. Λέγεται μάλιστα ότι την τέχνη της υφαντικής τής την είχε μάθει, από μωρό ακόμα, η ίδια η θεά Αθηνά.
Η φήμη της Αράχνης, όσο περνούσε ο καιρός, μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Σιγά σιγά, η δόξα τής πήρε τα μυαλά και άρχισε να καυχιέται για την τέχνη της φτάνοντας στο σημείο να ισχυριστεί ότι, μεταξύ άλλων, ακόμη και η θεά Αθηνά υποκλινόταν ταπεινά στην επιδεξιότητά της.
Η Αθηνά το έμαθε και, ενοχλημένη καθώς ήταν, εμφανίστηκε μια μέρα μπροστά στην Αράχνη που ύφαινε στον αργαλειό της, παίρνοντας τη μορφή μιας καμπούρας και ανήμπορης γριάς. Αρχικά κολάκεψε την κοπέλα για την ικανότητά της να υφαίνει τόσο περίτεχνα σχέδια. Η Αράχνη, φουσκωμένη από τα καλά λόγια της γριάς, επανέλαβε ότι ήταν η καλύτερη υφάντρα του κόσμου, κι ότι ούτε καν η θεά Αθηνά δεν μπορούσε να υφάνει τόσο λεπτά και δύσκολα σχέδια έτσι όπως τα ύφαιναν τα δικά της χέρια. Η γριά προειδοποίησε ευγενικά, μα αυστηρά, την κοπέλα πως το να μιλά με τόση αυθάδεια αποτελούσε ύβρη προς τους θεούς και πως δεν ήταν σωστό να τους προκαλεί επί ματαίω. Η Αράχνη όμως δεν υποχώρησε, κι έτσι η θεά την προκάλεσε να δοκιμάσουν τις τέχνες τους σε έναν αυτοσχέδιο διαγωνισμό.
Η Αράχνη δέχτηκε με χαρά την πρόκληση της γριάς, χωρίς να γνωρίζει φυσικά την πραγματική της ταυτότητα. Η μεταμφιεσμένη Αθηνά λοιπόν, ετοίμασε ένα σχέδιο στο οποίο φαίνονταν οι θεοί του Ολύμπου να τιμωρούν έναν άνθρωπο ο οποίος δεν τους σεβόταν και θεωρούσε τον εαυτό του καλύτερό τους. Ήθελε με αυτό το σχέδιο να συμβουλέψει την Αράχνη να δείχνει σεβασμό στην θεά που την είχε ευλογήσει με το χάρισμα της υφαντικής, διαφορετικά θα την τιμωρούσε. Αφού λοιπόν η γριά τελείωσε το σχέδιό της, το έδειξε στην Αράχνη και ρώτησε την γνώμη της. Η Αράχνη ως απάντηση, άρχισε αμέσως να ετοιμάζει το δικό της σχέδιο.
Κάθισε στον αργαλειό της και άρχισε να υφαίνει τους θεούς του Ολύμπου δύσμορφους και σακάτηδες, με όλα τους τα ελαττώματα μεγεθυμένα, ειρωνευόμενη τις αδυναμίες τους και υπονομεύοντας την ισχύ τους. Η Αθηνά εξοργίστηκε από την ασέβειά της Αράχνης σε βαθμό που πήρε αμέσως την πραγματική της μορφή και, αποκαλώντας την Αράχνη αχάριστη και εγωίστρια που δεν έδωσε σημασία στην προειδοποίησή της, αποφάσισε πώς θα την τιμωρούσε. Αμέσως άγγιξε την Αράχνη, και αυτή, από όμορφη κοπέλα που ήταν, μεταμορφώθηκε στο μικρό έντομο που όλοι γνωρίζουμε.
Ακόμη και σε αυτή τη μορφή, η Αράχνη αρνήθηκε να αλλάξει γνώμη και να ζητήσει τη συγχώρεση της θεάς. Θεωρούσε την τιμωρία της ως απόδειξη ότι όντως ήταν η καλύτερη και πως τη μεταμόρφωσαν από ζήλια,  για να μην υπάρχει ανταγωνισμός. Τέτοια ήταν η οργή της θεάς γι' αυτή την ύστατη χλεύη, που ορκίστηκε να την αφήσει έτσι για πάντα. 
Κι έτσι η Αράχνη παρέμεινε στη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα. Ένα έντομο που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να υφαίνει όλη τη μέρα, για πάντα. Πλέκει με υπομονή και τέχνη τον ιστό της, και, πότε ο άνεμος, πότε τα ζώα και πότε οι άνθρωποι τής τον καταστρέφουν. Δεν πτοείται όμως. Αρχίζει πάλι να υφαίνει με την ίδια υπομονή και τέχνη σαν να προσπαθεί σε όλη της τη ζωή να αποδείξει πως, όποια κι αν είναι η μορφή της, εξακολουθεί να είναι η καλύτερη υφάντρα ανάμεσα σε θνητούς και αθανάτους…

Πηγή (έμπνευσης): Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας {Pierre Grimal}

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Κυπάρρισος και το Ελάφι

Σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, ο Κυπάρισσος ήταν γιος του Τήλεφου, βασιλιά της Κέας και εγγονός του γνωστού σε όλους μας, Ηρακλή. Ήταν φημισμένος κυνηγός και όλοι είχαν να λένε για τις ικανότητές του, ιδιαίτερα στο ακόντιο, προσόν που θεωρούσαν ότι είχε κληρονομήσει από τον ίδιο τον Ηρακλή.

Ο Κυπάρισσος λοιπόν, έχοντας την αγάπη και τον σεβασμό όλων, περνούσε ξέγνοιαστα τις ημέρες του, με τον καλύτερό του φίλο, ένα ιερό ελάφι το οποίο τον συντρόφευε όπου εκείνος πήγαινε. Ήταν πραγματικά αχώριστοι.

Μια ημέρα λοιπόν, καθώς ο Κυπάρισσος κοιμόταν στο δάσος παρέα με τον καλύτερό του φίλο, το ελάφι σηκώθηκε για να πιει νερό, και στην επιστροφή του, αποφάσισε να γυρίσει από διαφορετικό μονοπάτι, ώστε να κόψει δρόμο και να φτάσει γρηγορότερα πίσω, πριν ξυπνήσει ο Κυπάρισσος και ανησυχήσει με την απουσία του. Και τότε έγινε το κακό. Ο Κυπάρισσος, ακούγοντας τους παράξενους θορύβους και τα κλαδάκια να σπάνε πίσω του, νόμισε ότι κάποιο θηρίο είχε αποφασίσει να τον συναντήσει κι έτσι έριξε το ακόντιό του πίσω από τους θάμνους πετυχαίνοντας το θηρίο στην καρδιά. Φανταστείτε την θλίψη του όταν κατάλαβε πως το θηρίο που περίμενε να συναντήσει, δεν ήταν άλλο από τον καλύτερό του φίλο, το ελάφι.


Τέτοια ήταν η θλίψη του, που δεν άφησε τον φίλο του έτσι. Για μέρες στεκόταν δίπλα του θρηνώντας για τον χαμό του, ανίκανος να συγχωρήσει τον εαυτό του για το κακό που προκάλεσε. Κάθε μέρα ευχόταν στους ουρανούς να μπορούσε να ριζώσει στη θέση του για πάντα, να συντροφεύει και να προστατεύει τον φίλο του για πάντα, κι όλος ο κόσμος να μάθει για τη θλίψη και τη μεταμέλειά του. Οι θεοί, λυπήθηκαν πολύ με την τραγωδία του Κυπάρισσου, και εισάκουσαν την προσευχή του, μετατρέποντάς τον στο γνωστό σε όλους μας κυπαρίσσι, το οποίο είναι κατ' εξοχήν το δέντρο της θλίψης. Από τότε, προς τιμήν του Κυπάρισσου και της μεγάλης αγάπης και αφοσίωσής του στο ελάφι, το κυπαρίσσι φυτεύεται ως και σήμερα στα νεκροταφεία, συντροφεύοντας τους νεκρούς μας.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Έρως και Ψυχή


Υπάρχει ένας μύθος, που λέει ο Απουλήιος, για την κόρη ενός βασιλιά, την Ψυχή, τόσο όμορφη, ώστε οι άνθρωποι άρχισαν να τη θαυμάζουν και να τη λατρεύουν, λησμονώντας ακόμη κι αυτήν, την Αφροδίτη. Βλέποντας τα ιερά της να ερημώνονται, η θεά ζήτησε από το γιο της, τον Έρωτα, να τιμωρήσει αυτήν τη θνητή, κάνοντάς την να ερωτευτεί τον πιο αποκρουστικό άντρα του κόσμου. Πράγματι, ο Έρωτας πήγε στην κάμαρα της κόρης· εκτός από τα θανάσιμα βέλη του, είχε μαζί του και δύο κεχριμπαρένια δοχεία – το ένα με το πικρό νερό της λύπης και το άλλο με το γλυκό νερό της χαράς. Η Ψυχή κοιμόταν κι εκείνος έσταξε στα χείλη της μερικές σταγόνες πικρό νερό – όμως, η ομορφιά της άρχισε να τον αιχμαλωτίζει. Ίσα που την άγγιξε με την άκρη του βέλους του· εκείνη ξύπνησε· δεν μπορούσε να τον δει, όμως εκείνος είδε τα μάτια της και μαγεμένος από εκείνο το βλέμμα έστρεψε κατά λάθος το ίδιο του το βέλος στον εαυτό του. Έχοντας πέσει θύμα της δύναμής του, ο Έρωτας ράντισε με το γλυκό νερό τα μαλλιά της Ψυχής, θέλοντας να επανορθώσει το κακό που της είχε κάνει.
Καθώς περνούσε ο καιρός, η Ψυχή εξακολουθούσε να προκαλεί το θαυμασμό και τη λατρεία των ανθρώπων. Όμως, κανείς δεν την ερωτεύτηκε, κανείς δεν ζήτησε να την παντρευτεί. Απελπισμένοι οι γονείς της πήγανε στο Μαντείο των Δελφών· και ο Απόλλωνας, δασκαλεμένος από τον Έρωτα, έδωσε τον τρομερό χρησμό του: «η Ψυχή δεν προορίζεται για γυναίκα κανενός θνητού· ο άντρας της την περιμένει στην κορυφή ενός βουνού, και είναι ένα αποκρουστικό τέρας, που κανείς, ούτε θνητός ούτε αθάνατος, δεν μπορεί να του αντισταθεί».
Ο χρησμός προκάλεσε θλίψη, όμως ποιος θα μπορούσε να αγνοήσει τα λόγια του θεού; Ο γάμος ετοιμάστηκε μέσα σε ατμόσφαιρα πένθιμη, όλος ο λαός συνόδεψε με θρήνους τη νύφη στην κορυφή του βουνού και την άφησε εκεί μόνη της. Κι ενώ εκείνη περίμενε κλαίγοντας την εκπλήρωση του χρησμού, ο Ζέφυρος τη σήκωσε απαλά από τη γη και την έφερε σε μια ανθισμένη κοιλάδα. Η κόρη αποκοιμήθηκε αποκαμωμένη κι όταν ξύπνησε, περπάτησε τριγύρω και είδε μπροστά της ένα λαμπρό παλάτι, που φαινόταν πως δεν το είχαν φτιάξει χέρια θνητού. Γοητευμένη, μπήκε στις εξαίσιες αίθουσες κι άκουσε μια φωνή να της λέει πως ό,τι έβλεπε ήταν δικό της και πως αυτό θα ήταν το σπίτι της από δω και πέρα.
Αργά τη νύχτα, έφτασε και ο κύριος του παλατιού· η Ψυχή δεν μπορούσε να τον δει, όμως, καθώς έγειρε δίπλα της κι άρχισε να της μιλάει τρυφερά, όλοι της οι φόβοι εξαφανίστηκαν· ήξερε πως ο άντρας της δεν μπορεί να ήταν ένα αποκρουστικό τέρας, αλλά εκείνος που χρόνια περίμενε και ονειρευόταν.
Δεν πέρασε καιρός και η Ψυχή άρχισε να νιώθει νοσταλγία για την οικογένειά της. Ζήτησε, λοιπόν, από τον άντρα της να της επιτρέψει να δεχτεί τις δυο της αδελφές και να τους δείξει πόσο ευτυχισμένα ζούσε. Εκείνος προσπάθησε να την αποτρέψει, προειδοποιώντας την για τις συμφορές που θα ακολουθούσαν. Όμως δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί για πολύ στα δάκρυα και στις ικεσίες της και τελικά υπέκυψε, αφού προηγουμένως την έβαλε να του υποσχεθεί πως, ό,τι κι αν γινόταν, δεν θα επιχειρούσε ποτέ να τον δει. Έτσι, την άλλη μέρα, ο Ζέφυρος μετέφερε στο παλάτι τις δύο αδελφές της Ψυχής. Η αρχική τους χαρά για την ευτυχία της δεν άργησε να μετατραπεί σε ζήλια· κι όταν την κατάφεραν να τους πει ότι δεν είχε δει ποτέ τον άντρα της, βρήκαν τον τρόπο να καταστρέψουν αυτήν την ευτυχία. Της υπενθύμισαν τον χρησμό και την έπεισαν ότι το αποκρουστικό τέρας που μοιραζόταν τις νύχτες το κρεβάτι της δεν θ’ αργούσε να την σκοτώσει: «Καλύτερα, λοιπόν, να τον σκοτώσεις πρώτη εσύ· πάρε αυτό το μαχαίρι, και όταν αποκοιμηθεί, κάρφωσέ το στην καρδιά του».
Έφυγαν, αφήνοντάς την να παλεύει με τους αναγεννημένους φόβους της και με την αίσθηση ότι δεν μπορεί να ήταν αληθινά τα λόγια τους. Ξεχνώντας τις προειδοποιήσεις του και τις υποσχέσεις της, τον περίμενε ν’ αποκοιμηθεί κι ύστερα πήρε ένα λυχνάρι και το μαχαίρι και έσκυψε από πάνω του, αποφασισμένη να τον σκοτώσει, αν η μορφή του ήταν τερατώδης. Αλλά, αντί για το αποκρουστικό τέρας, είδε τον ομορφότερο από τους θεούς· το μαχαίρι της έπεσε από τα χέρια και καθώς έγειρε για να τον δει καλύτερα, μια σταγόνα καυτό λάδι από το λυχνάρι έπεσε στον ώμο του. Άνοιξε τα μάτια του, την κοίταξε και χωρίς να πει λέξη πέταξε έξω από το παράθυρο. Εκείνη προσπάθησε να τον ακολουθήσει, αλλά έπεσε στο χώμα – εκεί πεσμένη τον άκουσε να της λέει «Έτσι λοιπόν ανταποδίδεις την αγάπη μου; Πήγαινε στις αδελφές σου, αφού προτίμησες τις συμβουλές τους από μένα. Η μοναδική σου τιμωρία είναι ότι ποτέ πια δεν θα με ξαναδείς: η αγάπη δεν μπορεί να ζήσει με την καχυποψία». Κι έφυγε.
Κανένας θρήνος, κανένας λόγος μετάνοιας, καμιά ικεσία δεν μπόρεσαν να τον λυγίσουν. Το παλάτι και η ανθισμένη κοιλάδα εξαφανίστηκαν σαν μην είχαν ποτέ υπάρξει και η Ψυχή απόμεινε μόνη της σ’ έναν ερημωμένο τόπο.
Τον είχε προδώσει. Τα είχε χάσει όλα. Έπρεπε να τιμωρηθεί, αλλά όχι έτσι, όχι με μια ζωή χωρίς τον Έρωτα. Αποφάσισε να γυρίσει όλον τον κόσμο, αναζητώντας τον. Περπατούσε μέρες και νύχτες, χωρίς τροφή και νερό, τα ρούχα της κουρελιάστηκαν, το σώμα της γέμισε πληγές· αλλά δεν την ένοιαζε – ήθελε μόνο να τον βρει, να του ζητήσει να τη συγχωρέσει, κι αν εκείνος δεν μπορούσε, να της χάριζε τουλάχιστον τον θάνατο. Κάποτε έφτασε σ’ έναν ναό και σκέφτηκε ότι ίσως εκεί να έβρισκε τον αγαπημένο της. Ο ναός ήταν αφιερωμένος στη θεά Δήμητρα, που συγκινήθηκε από τις προσευχές της δύστυχης κοπέλας και τη συμβούλεψε να πάει στην Αφροδίτη, να υποταχτεί στο θέλημά της και να της ζητήσει συγχώρεση.
Γεμάτη αμφιβολίες για το αν θα μπορούσε να εξευμενίσει την τρομερή θεά, η Ψυχή ακολούθησε τη συμβουλή. Η Αφροδίτη τη δέχτηκε αλλά η όψη της δεν προμήνυε τίποτα καλό. Της μίλησε με περιφρόνηση και της είπε πως αν θέλει να κερδίσει τον Έρωτα, θα πρέπει να περάσει αρκετές δοκιμασίες. Ύστερα την οδήγησε στον αποθήκη, της έδειξε ένα τεράστιο σωρό από μικρούς σπόρους και τη διέταξε να τους έχει ξεχωρίσει μέχρι το βράδι. Όταν έμεινε μόνη, η Ψυχή άρχισε να θρηνεί με τέτοια απόγνωση, ώστε τα μυρμήγκια τη λυπήθηκαν και μαζεύτηκαν κατά εκατοντάδες γύρω από τους σπόρους· πριν βραδιάσει, η διαταγή της Αφροδίτης είχε εκτελεστεί.
Η δεύτερη δοκιμασία δεν ήταν λιγότερο δύσκολη. Η θεά έδειξε στην Ψυχή τις όχθες ενός ποταμού όπου έβοσκαν χρυσόμαλλα πρόβατα και διέταξε να της φέρει λίγο από το πολύτιμο μαλλί τους. Καθώς η κοπέλα πλησίαζε στον ποταμό, άκουσε τα καλάμια να της ψιθυρίζουν πως, αν περίμενε να έρθουν τα πρόβατα να πιουν νερό, θα μπορούσε έπειτα να μαζέψει το μαλλί που θ’ απέμενε στα κλαδιά των γύρω θάμνων.
Αλλά το χρυσό μαλλί δεν ήταν αρκετό για να κατευνάσει τη μανία της Αφροδίτης. Έδωσε, λοιπόν, στην Ψυχή ένα άδειο κουτί και τη διέταξε να πάει στον Άδη, να παρουσιαστεί στην Περσεφόνη και να της πει: «Η κυρά μου, η Αφροδίτη, σε παρακαλεί να της στείλεις λίγη από την ομορφιά σου, επειδή φροντίζοντας τον πληγωμένο γιο της έχασε ένα μέρος από τη δική της».
Σίγουρη πια για τη μοίρα της, η Ψυχή κίνησε για τον κόσμο του Ερέβους. Και πάλι, μια φωνή την καθοδήγησε πώς θα βρει το δρόμο για το βασίλειο του Πλούτωνα, πώς θα αποφύγει τους κινδύνους και πώς θα περάσει με ασφάλεια από τον Κέρβερο· και τη συμβούλεψε να μην ανοίξει για κανένα λόγο το κουτί που θα της έδινε η Περσεφόνη.
Η αρχόντισσα του Κάτω Κόσμου δεν αρνήθηκε το αίτημα της Αφροδίτης, κι έτσι η Ψυχή ολοκλήρωσε κι αυτή τη δοκιμασία. Αλλά, καθώς επέστρεφε, ξέχασε την τελευταία συμβουλή και άνοιξε το κουτί, με σκοπό να πάρει λίγη από την ομορφιά της θεάς, ώστε να μην εμφανιστεί άσχημη μπροστά τον αγαπημένο της Έρωτα.
Το κουτί ήταν άδειο – ή τουλάχιστον η Ψυχή δεν είδε τίποτα· όμως, σχεδόν αμέσως έπεσε στα μισά του δρόμου, βυθισμένη σ’ έναν περίεργο ύπνο – επειδή, η Περσεφόνη είχε βάλει μέσα στο κουτί τον Ύπνο της Στυγός.
Όλον αυτόν τον καιρό, ο Έρωτας ήταν σχεδόν φυλακισμένος στο παλάτι της μητέρας του, μέχρι να επουλωθεί πληγή του. Τη στιγμή που η Ψυχή υπέκυπτε στην περιέργειά της, εκείνος είχε πια ανακτήσει τις δυνάμεις του· βρίσκοντας ένα παράθυρο που είχε ξεχαστεί μισάνοιχτο, πέταξε έξω για να βρει την αγαπημένη του, αφού του ήταν αδύνατο να παρατείνει άλλο την τιμωρία της. Την είδε πεσμένη στο χώμα και την άγγιξε με την άκρη του αργυρού του βέλους: «Για άλλη μια φορά σε νίκησε η περιέργειά σου» της είπε· «ωστόσο, κάνε την παραγγελία της μητέρας μου και θα φροντίσω εγώ για τα υπόλοιπα».
Πράγματι, η Ψυχή παρέδωσε το κουτί στην Αφροδίτη, ενώ ο Έρωτας παρουσιάστηκε στον Δία και ζήτησε τη μεσολάβησή του. Σε λίγο, ο Ερμής έφερε την Ψυχή στον Όλυμπο, ενώπιον των θεών, και της προσέφερε ένα ποτήρι αμβροσία, λέγοντας: «Πιες το, Ψυχή, και θα γίνεις αθάνατη· ο Έρωτας ποτέ δεν θα ξεφύγει από αυτόν τον δεσμό, και οι γάμοι σας θα είναι αιώνιοι».

Κι έτσι, μετά από λάθη και δοκιμασίες, η Ψυχή ενώθηκε για πάντα με τον Έρωτα, κερδίζοντας το δώρο της αθανασίας.

Η Ιστορία του Κόρακα

Το κοράκι υπήρξε ένα εκ των ιερών πτηνών του Θεού Απόλλωνα και το χρώμα του ήταν λευκό αντί για μαύρο ενώ η φωνή του πολύ πιο μελωδική κι από εκείνη των πιο σπάνιων πτηνών. 

Μια μέρα ο Απόλλωνας πολύ πολύ διψασμένος το έστειλε να του φέρει ένα κύπελο με νερό, κι αυτό καθυστέρησε πολύ καθώς δίπλα στο ποτάμι υπήρχε μία συκιά της οποίας τους καρπούς περίμενε το κοράκι να ωριμάσουν πρώτα για να τους γευτεί. 


Γνωρίζοντας ότι ο Θεός θα εξοργιζόταν με την αναμονή καθώς διψούσε, πρόσεξε ένα νερόφιδο που κολυμπούσε στο ποτάμι και σκέφτηκε να το χρησιμοποιήσει ως δικαιολογία για την μεγάλη του καθυστέρηση. Έτσι, άφησε το κύπελο και έπιασε το νερόφιδο το οποίο και παρουσίασε μπροστά στον Απόλλωνα ως υπεύθυνο της καθυστέρησής του. 


Ο Θεός κατάλαβε το ψέμα του και το καταράστηκε γι' αυτή του την απάτη. Του αφαίρεσε την γλυκειά του τη μιλιά όπως και το λευκό του χρώμα και στη θέση τους το έκανε μαύρο με βραχνή και άσχημη φωνή ώστε να θυμάται για πάντα αυτή του την προδοσία και να είναι περίγελος όλων. 


Από τότε, όποιος διψά πολύ και δεν μπορεί, για τον έναν ή τον άλλο λόγο να πιει νερό, λέει ότι "κοράκιασε" στη μνήμη του ψεύτη κόρακα που καθυστέρησε να φέρει το κύπελο με το νερό, ενώ πλέον δεν είναι ευπρόσδεκτο στους ανθρώπους είτε λόγω χρώματος είτε λόγω της άσχημης φωνής του ενώ, καθώς περνούσαν τα χρόνια και ο Χριστιανισμός έπαιρνε τη θέση της Πατρώας Κοσμοαντίληψης, το κοράκι όπως και πολλά άλλα (πρώην και νυν) ιερά πτηνά χαρακτηρίστηκαν ως πτηνά γρουσουζιάς, μαύρης μαγείας και παγανισμού με αποτέλεσμα τη σταδιακή λησμονιά των όσων συμβόλιζαν στο παρελθόν και τη μαζική εξόντωσή τους. 

                      

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Ο Μύθος της Αμυγδαλιάς






Πριν πολλά- πολλά χρόνια, ψηλά στη μαγευτική Θράκη, ζούσε μία όμορφη κόρη, η Φυλλίς. Ήταν μία πολύ ήσυχη κοπέλα, σοβαρή και μετρημένη αν και κάπως απόμακρη. Οι γονείς της ήταν πολύ περήφανοι γι' αυτήν και κάθε μέρα έφταναν μηνύματα από βασιλόπουλα όλων των περιοχών της Ελλάδος που ζητούσαν το χέρι της.

Η Φυλλίδα απολάμβανε την ηρεμία της μακρυά απ' τον κόσμο. Μπορούσες να την εντοπίσεις σε απόκρημνους γκρεμούς, ή κρυμμένη ανάμεσα στα λουλουδοστολισμένα ξέφωτα του δάσους. Πουθενά όμως δεν ήταν τόσο ευτυχισμένη όσο δίπλα στη θάλασσα. Γνήσια εγγονή του Ποσειδώνα καθώς ήταν, είτε έπαιζε με τα κύμματα, είτε μπαινόβγαινε στις σπηλιές που εκτείνονταν στην ακτή είτε έφτιαχνε αυτοσχέδιους βωμούς όπου πρόσφερε θυσίες στον παππού της και άλλες θεότητες της θάλασσας που συχνά την επισκέπτονταν στην παραλία και μιλούσαν ή τραγουδούσαν.

Τόση ήταν η αγάπη που της είχαν τα θαλάσσια πλάσματα, που στην αυλή του παλατιού έλεγαν πως ο ίδιος ο Ποσειδώνας προστάτευε την Φυλλίδα και πως όταν ερχόταν η ώρα, ο ίδιος ο Θεός θα έβρισκε έναν γαμπρό αντάξιο για την πολυαγαπημένη του εγγονή.

Μια μέρα, κι ενώ η Φυλλίς μάζευε κοχύλια στην παραλία, είδε να πλησιάζει ένα πλοίο. Μισοκρυμμένη καθώς ήταν ανάμεσα ανάμεσα σε τζιτζιφιές και αλμυρίκια, παρακολούθησε τους άνδρες να αποβιβάζονται στην ακτή. Στο πλοίο τους αναγνώρισε τη σημαία του Θησέα, παλιού φίλου του πατέρα της και μεγάλου ήρωα των Αθηνών. Παρ' όλα αυτά παρέμεινε στη θέση της και δεν εγκατέλειψε την κρυψώνα της παρά μόνο όταν κι ο τελευταίος άνδρας εξαφανίστηκε από μπροστά της.

Φτάνοντας στο παλάτι, είχε στηθεί μεγάλη γιορτή. Ο κόσμος επευφημούσε, καθώς τα νέα της νίκης του Τρωικού πολέμου έκαναν τον γύρο του βασιλείου. Τότε η Φυλλίδα, τον είδε. Έναν πανέμορφο νέο βγαλμένο μέσα από τις ιστορίες που ψιθύριζαν οι Νηρηίδες στην κούνια της όταν ήταν μικρή. Ο νέος, ο Δημοφώντας, γιος του Θησέα, της χαμογέλασε και τότε η Φυλλίς κατάλαβε πως τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο.

Από εκείνη την ημέρα και μετά, οι δύο νέοι ήταν αχώριστοι. Η Φυλλίς του έδειξε όλα τα αγαπημένα της μέρη όπου κάθονταν και συζητούσαν για ώρες ολόκληρες για το πώς ο Πολυμήχανος Οδυσσέας κατάφερε να ξεγελάσει τους Τρώες με τον Δούρειο Ίππο, ή το πόσο άδικα χάθηκαν ο Πάτροκλος και ο Αχιλλέας, ενώ η τύχη του Οδυσσέα αγνοούταν ακόμη.

Με αυτά και με όλα εκείνα, άρχισαν να γνωρίζονται και δεν άργησαν να ζητήσουν την άδεια από τον βασιλιά Σίθωνα, να παντρευτούν. Ο βασιλιάς βλέποντας την ευτυχία στα μάτια της κόρης του, δεν άργησε να δώσει τη συγκατάθεσή του και ο γάμος ήταν πλέον γεγονός.

Οι μοίρες όμως δεν ήταν με το μέρος των δύο νέων, καθώς λίγο πριν τον γάμο τoυς, έφτασε μήνυμα από την Αθήνα πως ο Θησέας χρειαζόταν άμεσα τον γιο του στο παλάτι. Η Φυλλίς δεν επέμεινε να τον κρατήσει, παρά τον άφησε να επιστρέψει ζητώντας του μονάχα να μην την ξεχάσει. Ο νέος ορκίστηκε ότι θα γυρνούσε πίσω στη Θράκη ώστε να παντρευτούν, και με αυτή την υπόσχεση την άφησε.

Τα χρόνια όμως περνούσαν κι ο Δημοφώντας δεν γυρνούσε. Κανείς δεν ήξερε τι απέγινε και όλοι στο παλάτι είχαν αρχίσει να λυπούνται την άμοιρη Φυλλίδα για το κακό που την βρήκε. Εκείνη, πλέον σπάνια γυρνούσε στο παλάτι, παρά καθόταν στην ακτή κάθε μέρα και κάθε νύχτα περιμένοντας την επιστροφή του αγαπημένου της. Κανείς δεν μπορούσε να τη συνεφέρει και κανείς δεν μπορούσε να την ξεκολλήσει από την ακτή ενώ κάθε μέρα μαράζωνε όλο και περισσότερο.

Ο Ποσεδώνας, που γνώριζε το δράμα της, τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε δέντρο. Ένα ξερό και μαραμένο κομμάτι ξύλου που στεκόταν στην ακτή και θα περίμενε παντοτινά την επιστροφή του επιπόλαιου Δημοφώντα.

Στο μεταξύ, τα πράγματα στην Αθήνα δεν ήταν καθόλου εύκολα. Ο Δημοφώντας δεν προλάβαινε να πάρει ανάσα. Το πώς περνούσε ο καιρός δεν μπορούσε να το καταλάβει. Ένα βράδυ, καθώς έπεφτε εξουθενωμένος στο κρεββάτι του, είδε στον ύπνο του την πολυαγαπημένη του Φυλλίδα να σκίζεται στη μέση από έναν κεραυνό, Ξύπνησε κατατρομαγμένος και μέσα στην άγρια νύχτα, μάζεψε το πλήρωμά του και ξεκίνησε για τη Θράκη να τη βρει.

Φτάνοντας, τον μήνα Γενάρη, βρήκε όλο το βασίλειο σε πένθος και έντρομος έτρεξε στο παλάτι για να βρει τον βασιλιά Σίθωνα ώστε να μάθει τι συμβαίνει. Ούτε που πρόσεξε το ξερό κομμάτι ξύλου που στεκόταν στην ακτή. Η υποδοχή του ήταν εντελώς διαφορετική απ' την προηγούμενη φορά που είχε βρεθεί στη Θράκη. Τώρα όλοι τον κοιτούσαν εχθρικά σαν να τον κατηγορούσαν για κάτι ενώ εκείνος ήθελε απλά να δει την Φυλλίδα και να τον διαβεβαιώσει πως είναι καλά και όλα αυτά ήταν απλοί φόβοι και εφιάλτες του. Εφιάλτες που έγιναν πραγματικότητα όταν μίλησε με τον πατέρα της.

"Εσύ σκότωσες το παιδί μου", του είπε ο Σίθωνας. Με τα πολλά, του εξήγησαν τι έγινε και έντρομος ο νέος κατέβηκε τρέχοντας μέχρι την ακτή για να αντικρύσει την αγαπημένη του. Μόλις είδε το ξερό αυτό δέντρο, το αγκάλιασε με όλη του την ψυχή ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του και της ζητούσε να τον συγχωρήσει. Παρακαλούσε τους θεούς να τη φέρουν πίσω, να κάνουν εκείνον δέντρο και να μείνει η Φυλλίδα ζωντανή. Τότε σαν από θαύμα, το δέντρο ζεστάθηκε, ίσιωσε και γέμισε λευκούς ανθούς. Η ψυχή της Φυλλίδας ήξερε πια πως ο αγαπημένος της είχε γυρίσει πίσω.

Οι θεοί δεν ξαναέκαναν άνθρωπο την Φυλλίδα, παρά παρέμεινε στην Ελλάδα ως το δέντρο που συμβολίζει την αιώνια ελπίδα, τη γνωστή σ' εμάς σήμερα ως Αμυγδαλιά, που ανθίζει κάθε χειμώνα στη μνήμη του αγαπημένου της Δημοφώντα που τελικά, έστω και μετά από τόσα χρόνια αψήφησε τον θάνατο και γύρισε σ' εκείνη.

Σημείωση: Δεν έχω βρει πολλές αναφορές για την Φυλλίδα πέρα από ορισμένες σελίδες ανθοπωλείων και την wikipedia οπότε συνέθεσα μία ιστορία που κρατούσε τις βασικές αρχές του μύθου, διανθισμένη όμως με δική μου φαντασία.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Η ονομασία της Αθήνας μέσα από τα μάτια μου



Πριν από πολλά πολλά χρόνια, όταν χωριά και πόλεις δεν είχαν ακόμα ονόματα, έγινε μία ιστορική αναμέτρηση.

Δύο Θεοί, η Αθηνά και ο Ποσειδώνας, επισκέφθηκαν τον βασιλιά των Θεών (Δία) και του ζήτησαν την άδεια να γίνουν προστάτες μίας πόλης. Ως προστάτες της, θα την κρατούσαν ασφαλή από τους εχθρούς της, θα φρόντιζαν τους κατοίκους της και θα εξασφάλιζαν την ομαλή και ήρεμη πορεία της. Το μόνο που ζητούσαν ως αντάλλαγμα, ήταν να πάρει η πόλη το όνομά τους.

Ο Δίας άκουσε με προσοχή την πρόταση, τη σκέφτηκε και αποφάσισε ότι ήταν πολύ καλή ιδέα. Βέβαια, υπήρχε ένα πρόβλημα. Μόνο ένας από τους δύο Θεούς θα μπορούσε να πάρει τη συγκεκριμένη πόλη, Θα ήταν ανήκουστο δύο τόσο δυνατοί Θεοί να προστατεύουν την ίδια πόλη και εντελώς άδικο για τις υπόλοιπες. Έτσι, τους ζήτησε να το συζητήσουν μεταξύ τους και να τον ενημερώσουν για την τελική τους απόφαση.

Οι δύο Θεοί όμως, ήταν ανένδοτοι. Η πόλη αυτή μιλούσε μέσα στην καρδιά τους και αρνούνταν να την εγκαταλείψουν. Έτσι, πήγαν στον Δία και του είπαν

«Αυτή η πόλη είναι πανέμορφη. Κανένας από τους δυο μας δεν θέλει να την αφήσει.

Τότε ο Δίας, με όλη του τη σοφία, αποφάσισε:

«Θα πρέπει λοιπόν, να αποδείξετε την αγάπη σας γι’ αυτήν την πόλη».

Φώναξε τότε τον Ερμή και του είπε:

«Πήγαινε και μάζεψε όλους τους κατοίκους της πόλης. Πες τους, ότι οι Θεοί θα αγωνιστούν και όποιος νικήσει θα γίνει ο πολιούχος της πόλης τους. Ο βασιλιάς τους θα είναι κριτής του αγώνα και όλοι εμείς, Θεοί και άνθρωποι, θα είμαστε μάρτυρες της αναμέτρησης αυτής.»

Ο Ερμής έφυγε να εκτελέσει τη διαταγή του Δία, και τότε εκείνος στράφηκε προς τους δύο Θεούς και είπε:

«Θα έχετε και οι δύο το δικαίωμα να μιλήσετε στον κόσμο. Ακόμη, μπορείτε να τους δώσετε από ένα δώρο, αποκλειστικά για την πόλη τους κι εκείνοι θα αποφασίσουν για το ποιος θα είναι ο νικητής. Μην ξεχνάτε όμως πως, υπάρχουν κι άλλες πόλεις που μπορείτε να διεκδικήσετε.»

Οι δύο Θεοί συμφώνησαν και έφυγαν ώστε να προετοιμαστούν για τον αγώνα. Λίγο αργότερα, φόρεσαν τους λαμπρούς μανδύες τους και ξεκίνησαν για τον τόπο συνάντησης. Όλος ο κόσμος ήταν εκεί.

Τον λόγο πήρε ο Κέκροπας, ο βασιλιάς της πόλης, και τους είπε:

«Είναι μεγάλη μας τιμή μα και χαρά μας που αγαπάτε τόσο την πόλη μας. Θα θέλαμε να ξέρετε πως για εμάς δεν υπάρχει νικητής και ηττημένος και πως θα σας τιμούμε και δοξάζουμε και τους δύο ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Ας αρχίσει η αναμέτρηση.»

Μετά τα λόγια αυτά, οι δύο θεοί ορκίστηκαν να μην κρατήσουν κακία στην πόλη ή τους κατοίκους της σε περίπτωση ήττας και πήραν θέσεις. Ο Δίας ως δικαστής, ένευσε πως ο λόγος ήταν του Ποσειδώνα.

Εκείνος, χτύπησε την τρίαινά του πάνω στον βράχο και είπε:

«Με αυτήν εδώ την τρίαινα, δίνω στην πόλη σας το δώρο του νερού».

Τότε, κάτω από την τρίαινά του ξεπήδησε ένα ρυάκι αλμυρού νερού. Αστέρευτου, ατελείωτου. Γέμισε ο τόπος νερό. Και τότε πρόσθεσε:

«Αν με χρίσετε προστάτη σας και δώσετε στην πόλη σας το όνομά μου, Ποσειδώνια, το νερό δεν θα σας λείψει ποτέ».

Και σαν απόδειξη των λόγων του, κύματα περικύκλωσαν την πόλη, τεράστια και επιβλητικά. Ο Θεός είχε μιλήσει.

Ο Δίας τότε, ένευσε στην Αθηνά πως ήταν η σειρά της να μιλήσει. Εκείνη, χτύπησε το δόρυ της πάνω στον βράχο και μεμιάς, ξεπήδησε ένα δέντρο, η ελιά, γεμάτη καρπούς. Η Θεά τότε είπε:

"Αυτό είναι το δώρο μου στην πόλη σας. Ο καρπός του θα σας χορτάσει και θα σας γιατρέψει".

Σαν να είχε διαβάσει την επόμενη σκέψη της, η κουκουβάγια που μέχρι πρώτα στεκόταν ήρεμη στον ώμο της Θεάς, πέταξε και έκατσε πάνω σε ένα από τα κλαδιά της ελιάς. Η θεά πρόσθεσε:

«Τα μάτια της κουκουβάγιας μου, θα είναι τα μάτια μου που θα σας βλέπουν και θα σας προστατεύουν από κάθε κακό.»

Η κουκουβάγια παρέμεινε στο δέντρο, και η Αθηνά στράφηκε προς τον Κέκροπα, σημάδι ότι ο αγώνας είχε τελειώσει.

Εκείνος, ως κριτής, θα έπρεπε να αποφασίσει ποιος από τους δύο Θεούς θα στεφόταν νικητής. Μα η απόφαση ήταν δύσκολη και αφορούσε όλους τους κατοίκους της πόλης. Έτσι, στράφηκε και τους παρατήρησε όλους έναν προς έναν, τους υπηκόους του.

Φαίνονταν εκστασιασμένοι με τον αγώνα. Και τότε, το πρόσεξε. Τα κύματα που πλαισίωναν τον Ποσειδώνα δεν είχαν υποχωρήσει. Παρέμεναν το ίδιο μεγάλα και επιβλητικά. Το μέρος στο οποίο είχε χτυπήσει την τρίαινά του ήταν γεμάτο νερό που σχημάτιζε σχεδόν λίμνη. Το νερό ήταν όντως ατελείωτο. Από, την άλλη, το δέντρο της Θεάς παρέμενε στη θέση του, σταθερό και γεμάτο καρπούς, στεγάζοντας το έντονο βλέμμα της κουρνιασμένης κουκουβάγιας. Τους κοιτούσε θαρρείς και έβλεπε μέσα στην ψυχή τους.

Η απόφαση είχε ληφθεί. Ο Κέκροπας έδωσε την πόλη στην Αθηνά και τα κύματα αυτόματα υποχώρησαν. Ο βασιλιάς, παρατήρησε ανακούφιση στα βλέμματα των υπηκόων του και κατάλαβε πως η επιλογή του ήταν σωστή.

Ο Ποσειδώνας τότε αποχώρησε από την πόλη, της οποία προστάτιδα ήταν πλέον η Αθηνά και το όνομα εκείνης Αθήνα. Η πηγή του Ποσειδώνα παρέμεινε στην πόλη και αργότερα ονομάστηκε «Ερεχθηίδα θάλασσα», ενώ το δέντρο της Αθηνάς παρέμεινε στην πόλη για πολλά χρόνια ως υπόσχεση δόξας και ευτυχίας.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για την Αθηναϊκή προέλευση της ελιάς μιλούν ο Παυσανίας, ο Ηρόδοτος, ο Κλαύδιος Αιλιανός και ο Σοφοκλής.

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Ένα γλυκό καλωσόρισμα



Το blog αυτό δημιουργήθηκε για να δώσει μια πνοή μαγείας μέσα από, κατά τα άλλα, απλές καθημερινές ιστορίες που ακούν και άκουγαν τα παιδιά όλου του κόσμου ανά τους αιώνες, περασμένα όμως μέσα από το δικό μου πρίσμα.

Σαν άλλες νεράιδες και ξωτικά του δάσους ας αρπάξουμε όλοι τα λαούτα, τις άρπες, τα φλάουτα και τα σαντούρια μας κι ας μετατρέψουμε αυτόν τον χώρο σε μία όαση όπου όλα τα πλάσματα του κόσμου (φανταστικά και μη) θα μπορούν να τριγυρνούν ελεύθερα ώστε όλοι μαζι να συνθέσουμε το μαγικό παζλ που λέγεται ζωή.