Ταξίδια του νου και της ψυχής σ' έναν μαγικό κόσμο που λέγεται ζωή. ()

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Η Αράχνη

Ζούσε κάποτε σε μια πόλη της Ιωνίας, τον Κολοφώνα, ένας ονομαστός για την τέχνη του βαφέας, που τον έλεγαν Ίδμονα. Ο Ίδμονας είχε μια κόρη, την Αράχνη, που ήταν, με τη σειρά της, περίφημη υφάντρα. Λέγεται μάλιστα ότι την τέχνη της υφαντικής τής την είχε μάθει, από μωρό ακόμα, η ίδια η θεά Αθηνά.
Η φήμη της Αράχνης, όσο περνούσε ο καιρός, μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Σιγά σιγά, η δόξα τής πήρε τα μυαλά και άρχισε να καυχιέται για την τέχνη της φτάνοντας στο σημείο να ισχυριστεί ότι, μεταξύ άλλων, ακόμη και η θεά Αθηνά υποκλινόταν ταπεινά στην επιδεξιότητά της.
Η Αθηνά το έμαθε και, ενοχλημένη καθώς ήταν, εμφανίστηκε μια μέρα μπροστά στην Αράχνη που ύφαινε στον αργαλειό της, παίρνοντας τη μορφή μιας καμπούρας και ανήμπορης γριάς. Αρχικά κολάκεψε την κοπέλα για την ικανότητά της να υφαίνει τόσο περίτεχνα σχέδια. Η Αράχνη, φουσκωμένη από τα καλά λόγια της γριάς, επανέλαβε ότι ήταν η καλύτερη υφάντρα του κόσμου, κι ότι ούτε καν η θεά Αθηνά δεν μπορούσε να υφάνει τόσο λεπτά και δύσκολα σχέδια έτσι όπως τα ύφαιναν τα δικά της χέρια. Η γριά προειδοποίησε ευγενικά, μα αυστηρά, την κοπέλα πως το να μιλά με τόση αυθάδεια αποτελούσε ύβρη προς τους θεούς και πως δεν ήταν σωστό να τους προκαλεί επί ματαίω. Η Αράχνη όμως δεν υποχώρησε, κι έτσι η θεά την προκάλεσε να δοκιμάσουν τις τέχνες τους σε έναν αυτοσχέδιο διαγωνισμό.
Η Αράχνη δέχτηκε με χαρά την πρόκληση της γριάς, χωρίς να γνωρίζει φυσικά την πραγματική της ταυτότητα. Η μεταμφιεσμένη Αθηνά λοιπόν, ετοίμασε ένα σχέδιο στο οποίο φαίνονταν οι θεοί του Ολύμπου να τιμωρούν έναν άνθρωπο ο οποίος δεν τους σεβόταν και θεωρούσε τον εαυτό του καλύτερό τους. Ήθελε με αυτό το σχέδιο να συμβουλέψει την Αράχνη να δείχνει σεβασμό στην θεά που την είχε ευλογήσει με το χάρισμα της υφαντικής, διαφορετικά θα την τιμωρούσε. Αφού λοιπόν η γριά τελείωσε το σχέδιό της, το έδειξε στην Αράχνη και ρώτησε την γνώμη της. Η Αράχνη ως απάντηση, άρχισε αμέσως να ετοιμάζει το δικό της σχέδιο.
Κάθισε στον αργαλειό της και άρχισε να υφαίνει τους θεούς του Ολύμπου δύσμορφους και σακάτηδες, με όλα τους τα ελαττώματα μεγεθυμένα, ειρωνευόμενη τις αδυναμίες τους και υπονομεύοντας την ισχύ τους. Η Αθηνά εξοργίστηκε από την ασέβειά της Αράχνης σε βαθμό που πήρε αμέσως την πραγματική της μορφή και, αποκαλώντας την Αράχνη αχάριστη και εγωίστρια που δεν έδωσε σημασία στην προειδοποίησή της, αποφάσισε πώς θα την τιμωρούσε. Αμέσως άγγιξε την Αράχνη, και αυτή, από όμορφη κοπέλα που ήταν, μεταμορφώθηκε στο μικρό έντομο που όλοι γνωρίζουμε.
Ακόμη και σε αυτή τη μορφή, η Αράχνη αρνήθηκε να αλλάξει γνώμη και να ζητήσει τη συγχώρεση της θεάς. Θεωρούσε την τιμωρία της ως απόδειξη ότι όντως ήταν η καλύτερη και πως τη μεταμόρφωσαν από ζήλια,  για να μην υπάρχει ανταγωνισμός. Τέτοια ήταν η οργή της θεάς γι' αυτή την ύστατη χλεύη, που ορκίστηκε να την αφήσει έτσι για πάντα. 
Κι έτσι η Αράχνη παρέμεινε στη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα. Ένα έντομο που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να υφαίνει όλη τη μέρα, για πάντα. Πλέκει με υπομονή και τέχνη τον ιστό της, και, πότε ο άνεμος, πότε τα ζώα και πότε οι άνθρωποι τής τον καταστρέφουν. Δεν πτοείται όμως. Αρχίζει πάλι να υφαίνει με την ίδια υπομονή και τέχνη σαν να προσπαθεί σε όλη της τη ζωή να αποδείξει πως, όποια κι αν είναι η μορφή της, εξακολουθεί να είναι η καλύτερη υφάντρα ανάμεσα σε θνητούς και αθανάτους…

Πηγή (έμπνευσης): Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας {Pierre Grimal}